Κάθε χρόνο, όσο πλησιάζει η 19η Μαΐου, επανέρχεται στο προσκήνιο η συζήτηση γύρω από τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Για δεκαετίες, η αναγνώριση και η διεθνοποίηση του ζητήματος αποτέλεσαν βασικό αίτημα του οργανωμένου ποντιακού χώρου, αλλά και σημείο αναφοράς για την ελληνική πολιτεία. Σήμερα, ωστόσο, γεννάται ένα εύλογο ερώτημα: παραμένει η διεθνής αναγνώριση εθνικός στόχος ή έχει μετατραπεί σε μια συμβολική αναφορά που περιορίζεται κάθε Μάιο σε επετειακές ημερίδες και δημόσιες δηλώσεις;

Παρά τον στόμφο και το συναίσθημα που συνόδευαν τόσο τις συζητήσεις όσο και τις καθημερινές δράσεις του χώρου, το ζήτημα αυτό προσκρούει πάντοτε στην πολιτική αρχή του κράτους μας – ορθώς, λαμβάνοντας την απαραίτητη θεσμική του διάσταση – με σκοπό την ένταξη της συζήτησης αυτής εντός της Βουλής.

Τα προηγούμενα έτη, η πολιτειακή ηγεσία, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, έφερε το ζήτημα στο προσκήνιο, είτε εντός της Βουλής είτε μέσω αναρτήσεων πολιτικών παραγόντων, δημιουργώντας το αίσθημα μιας αρχικής δικαίωσης του πάγιου αιτήματος για διεθνή αναγνώριση. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, αυτή η δυναμική άρχισε να φθίνει. Ο Πρωθυπουργός της χώρας, Κυριάκος Μητσοτάκης, στην ανάρτησή του για την 19η Μαΐου δεν ανέφερε τον όρο «Γενοκτονία», ενώ την ίδια στιγμή υπουργοί και στελέχη της κυβέρνησης, μέσω μαγνητοσκοπημένων μηνυμάτων ή διαδικτυακών αναρτήσεων, επανέφεραν το ζήτημα στο προσκήνιο (έτος 2025).

Η διγλωσσία αυτή, σε συνδυασμό με την προσπάθεια αναγωγής του ζητήματος σε ένα απλό ιστορικό θέμα και όχι σε ένα πολυσύνθετο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό ζήτημα, θέτει ουσιαστικά «στον πάγο» έναν αγώνα ετών. Η υπογραφή της συμφωνίας των «Ήρεμων Νερών», καθώς και η πρόσφατη αναφορά του Πρωθυπουργού στο μεγάλο έργο του Μουσταφά Κεμάλ, επιβεβαίωσαν την οπτική της κυβέρνησης για ζητήματα όπως αυτό: «είναι ένα ζήτημα που έχει κλείσει και το διατηρούμε ως ιστορικό».

Φέτος, η Παμποντιακή Ομοσπονδία οργάνωσε εκδήλωση στην Αίθουσα της Γερουσίας της Βουλής με τίτλο «Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου: Μνήμη, στρατηγική και διεθνοποίηση της ιστορικής ευθύνης».

Παρά την προσπάθεια αυτή αλλά και σε συνάρτηση με την διάβρωση του οργανωμένου χώρου από γνωστά, εντός του χώρου, πρόσωπα, γεννώνται ορισμένα εύλογα ερωτήματα. Αν πρόκειται για ένα απλό ιστορικό ζήτημα, γιατί δεν εντάσσεται και στις τρεις βαθμίδες της εκπαίδευσης ώστε να διδάσκεται στα σχολεία; Γιατί δεν εξαγγέλλεται επισήμως η λήξη της διεκδίκησης της ιστορικής δικαίωσης και επιτρέπεται σε κάθε λογής «επαγγελματία», ακαδημαϊκό και μη, να διεκδικεί, εντός του χώρου, χρόνο, εντυπώσεις και φήμη εις βάρος ανθρώπων που πραγματικά αγωνίζονται για  το ζήτημα που αναλύεται;

Η αναγνώριση από τη Διεθνή Κοινότητα δεν αφορά μόνο μια ιστορική δικαίωση, που αποτελεί και την βασική διεκδίκηση του κινήματος, αλλά και μια στροφή της διεθνούς πολιτικής προς την αλήθεια και τη λογική. Δεν μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, να θεωρεί πως βαδίζει προς την ανανέωση και την πρόοδο, όταν επιτρέπει την μη επίλυση βασικών ζητημάτων που απασχολούν τις χώρες-μέλη της. Η απόκρυψη και η παράβλεψη αυτών των ζητημάτων δημιουργούν μια Ένωση «πύργο της Βαβέλ» όπου κάποια στιγμή η ασυνεννοησία θα αποβεί μοιραία. Στην περίπτωσή μας αίτιο δεν θα καταστεί η γλώσσα, ούτε η θρησκεία, αλλά η διεκδίκηση ιστορικών κατεκτημένων δικαιωμάτων λόγω μη επίλυσης άλλων διαφορών. Η αναγνώριση και επίλυση παρόμοιων ζητημάτων θα αποκρούσει επεκτατικές βλέψεις τρίτων χωρών.

Παρατηρούμε, λοιπόν, πως ταυτόχρονα με την υπονόμευση της επιρροής των σωματείων και της Ομοσπονδίας, ενθαρρύνονται ο τυχοδιωκτισμός και η μικροπολιτική, με αποτέλεσμα το ζήτημα της γενοκτονίας να μπαίνει σε δεύτερη μοίρα.

Το ζήτημα της Ποντιακής Γενοκτονίας δεν μπορεί να τσουβαλιαστεί κάτω από τον όρο «λοιποί χριστιανικοί πληθυσμοί», ούτε να επανέρχεται στο προσκήνιο μόνο κατά τον μήνα Μάιο, προκειμένου οι πολιτευτές να επιδεικνύονται σε εκδηλώσεις συμβολικού χαρακτήρα. Αντιθέτως, χρειάζεται ανθρώπους με προοδευτική αντίληψη, γνώση του ζητήματος και απαλλαγμένους από αλυτρωτικές λογικές, οι οποίοι να αναγνωρίζουν τη δυναμική της ένταξής του στην ατζέντα της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Όχι ως μοχλό επιθετικής ρητορικής απέναντι στην Τουρκία, αλλά ως μία πάγια αμυντική θέση απέναντι σε οποιαδήποτε επιθετική ή αναθεωρητική τάση της γειτονικής χώρας.  Οι άνθρωποι αυτοί υπάρχουν σήμερα στις τάξεις της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδος και ιδιαίτερα στη Νεολαία της, η οποία οφείλει να πρωτοστατήσει στη διαμόρφωση μιας νέας στρατηγικής διεκδίκησης και διεθνοποίησης του ζητήματος.

Κλείνοντας, με τον νέο νόμο που εισάγεται στο Τουρκικό Κοινοβούλιο και αφορά διεκδικήσεις επί οτιδήποτε θεωρείται τουρκικό ή αμφισβητούμενο – ακόμη και σε ζητήματα που άπτονται των λεγόμενων «γκρίζων ζωνών» – η απόρριψη θεμάτων όπως το Κυπριακό, η Αρμενική Γενοκτονία και η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου όχι μόνο δημιουργεί εικόνα υποχώρησης και αδυναμίας στις εθνικές διεκδικήσεις, αλλά παράλληλα παρέχει τη δυνατότητα ενίσχυσης και εφαρμογής του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Σε συνδυασμό με τα προηγούμενα καθώς και με τους γρήγορους ρυθμούς τους οποίους τρέχει η πολιτική, εσωτερική και εξωτερική, η ανάγκη υιοθέτησης και διαμόρφωσης ενός νέου δόγματος επικοινωνίας και άσκησης επιρροής κρίνεται επιτακτικό. Το νέο δόγμα θα χρειαστεί και νέα θεμέλια, τοποθετώντας τα ζητήματα των Γενοκτονιών πλάι-πλάι με άλλα μεγάλα εθνικά ζητήματα, με βασικό στόχο την προβολή της απαραίτητης δυναμικής που απαιτούν οι περιστάσεις. Η χρήση των ιστορικών, άλυτων ζητημάτων, δεν μπορεί να παραμένει επιφανειακή ούτε επικοινωνιακή.

Συντάκτης

  • Ο Τερζόπουλος Χαράλαμπος, BSc, MSc Μηχανολόγος Μηχανικός, είναι Οργανωτικός Γραμματέας της Συντονιστικής Επιτροπής Νεολαίας στην Παμποντιακή Ομοσπονδία Ελλάδος.

    View all posts
Share:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *